εκκαθάριση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκκαθαρίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκκαθαρίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκκαθαρίζω Βικιλεξικό
- οι σταλινικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του 1930
- μεταφορικάη ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκκαθαρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκαθάριση < (ελληνιστική κοινή) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική liquidation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκαθάριση | εκκαθαρίσεις |
| Γενική | εκκαθάρισης | εκκαθαρίσεων |
| Αιτιατική | εκκαθάριση | εκκαθαρίσεις |
| Κλητική | εκκαθάριση | εκκαθαρίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →