εκπωματίζω
•
- αφαιρώ το πώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπωματίζω < μεσαιωνική ελληνική εκπωματίζω < εκ + πώμα < αρχαία ελληνική πῶμα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπωματίζω | εκπωματίζεις | εκπωματίζει | εκπωματίζουμε | εκπωματίζετε | εκπωματίζουν / εκπωματίζουνε |
| Παρατατικός | εκπωμάτιζα | εκπωμάτιζες | εκπωμάτιζε | εκπωματίζαμε | εκπωματίζατε | εκπωμάτιζαν / εκπωματίζαν / εκπωματίζανε |
| Αόριστος | εκπωμάτισα | εκπωμάτισες | εκπωμάτισε | εκπωματίσαμε | εκπωματίσατε | εκπωμάτισαν / εκπωματίσαν / εκπωματίσανε |
| Μέλλοντας | θα εκπωματίζω / θα εκπωματίσω | θα εκπωματίζεις / θα εκπωματίσεις | θα εκπωματίζει / θα εκπωματίσει | θα εκπωματίζουμε / θα εκπωματίσουμε | θα εκπωματίζετε / θα εκπωματίσετε | θα εκπωματίζουν / θα εκπωματίζουνε / θα εκπωματίσουν / θα εκπωματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπωματίσει | έχεις εκπωματίσει | έχει εκπωματίσει | έχουμε εκπωματίσει | έχετε εκπωματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπωματίσει | είχες εκπωματίσει | είχε εκπωματίσει | είχαμε εκπωματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπωματίσει / να εκπωματίζω / να εκπωματίσω | να έχεις εκπωματίσει / να εκπωματίζεις / να εκπωματίσεις | να έχει εκπωματίσει / να εκπωματίζει / να εκπωματίσει | να έχουμε εκπωματίσει / να εκπωματίζουμε / να εκπωματίσουμε | να έχετε εκπωματίσει / να εκπωματίζετε / να εκπωματίσετε | να εκπωματίζουν / να εκπωματίζουνε / να εκπωματίσουν / να εκπωματίσουνε |
| Προστακτική | — | εκπωμάτιζε / εκπωμάτισε | — | — | εκπωματίζετε / εκπωματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →