ελεεινολογώ
•
- λόγιοοικτίρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελεεινολογώ < ελληνιστική κοινή ἐλεεινολογέομαι / ἐλεεινολογοῦμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ελεεινολογώ < ελληνιστική κοινή ἐλεεινολογέομαι / ἐλεεινολογοῦμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →