Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενιστικός

/e.ni.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαπου έχει σχέση με τον ενισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • παλιότερη πολυτονική γραφή: ἑνιστικός

Ετυμολογία

ενιστικός < εν(ισμός) + -ιστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενιστικόςενιστικήενιστικό
Γενικήενιστικούενιστικήςενιστικού
Αιτιατικήενιστικόενιστικήενιστικό
Κλητικήενιστικέενιστικήενιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενιστικοίενιστικέςενιστικά
Γενικήενιστικώνενιστικώνενιστικών
Αιτιατικήενιστικούςενιστικέςενιστικά
Κλητικήενιστικοίενιστικέςενιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →