ενιστικός
•
- φιλοσοφίαπου έχει σχέση με τον ενισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- παλιότερη πολυτονική γραφή: ἑνιστικός
Ετυμολογία
ενιστικός < εν(ισμός) + -ιστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενιστικός | ενιστική | ενιστικό |
| Γενική | ενιστικού | ενιστικής | ενιστικού |
| Αιτιατική | ενιστικό | ενιστική | ενιστικό |
| Κλητική | ενιστικέ | ενιστική | ενιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ενιστικοί | ενιστικές | ενιστικά |
| Γενική | ενιστικών | ενιστικών | ενιστικών |
| Αιτιατική | ενιστικούς | ενιστικές | ενιστικά |
| Κλητική | ενιστικοί | ενιστικές | ενιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →