εντυπώνω
•
- αποτυπώνω μόνιμα στη μνήμη, στον νου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντυπώνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐντυπ(όω) / ἐντυπ(ῶ) + -ώνω < ἐν0 + τυπόω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εντυπώνω | εντυπώνεις | εντυπώνει | εντυπώνουμε | εντυπώνετε | εντυπώνουν / εντυπώνουνε |
| Παρατατικός | εντύπωνα | εντύπωνες | εντύπωνε | εντυπώναμε | εντυπώνατε | εντυπώναν / εντυπώνανε / εντύπωναν |
| Αόριστος | εντύπωσα | εντύπωσες | εντύπωσε | εντυπώσαμε | εντυπώσατε | εντυπώσαν / εντυπώσανε / εντύπωσαν |
| Μέλλοντας | θα εντυπώνω / θα εντυπώσω | θα εντυπώνεις / θα εντυπώσεις | θα εντυπώνει / θα εντυπώσει | θα εντυπώνουμε / θα εντυπώσουμε | θα εντυπώνετε / θα εντυπώσετε | θα εντυπώνουν / θα εντυπώνουνε / θα εντυπώσουν / θα εντυπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εντυπώσει | έχεις εντυπώσει | έχει εντυπώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εντυπώσει | είχες εντυπώσει | είχε εντυπώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εντυπώσει / να εντυπώνω / να εντυπώσω | να έχεις εντυπώσει / να εντυπώνεις / να εντυπώσεις | να έχει εντυπώσει / να εντυπώνει / να εντυπώσει | να εντυπώνουμε / να εντυπώσουμε | να εντυπώνετε / να εντυπώσετε | να εντυπώνουν / να εντυπώνουνε / να εντυπώσουν / να εντυπώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εντυπωμένο / εντύπωνε / εντύπωσε | — | — | εντυπώνετε / εντυπώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εντυπώθηκαεντυπώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →