εντύπωση
•
- ψυχολογίαη αποτύπωση στη συνείδηση κάποιου ενός γεγονότος, ερεθίσματος κ.λπ. Βικιλεξικό
- Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
- η (κάπως αβέβαιη, ατεκμηρίωτη και ανολοκλήρωτη) ιδέα ή γνώμη που σχηματίζει κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εντύπωση < ελληνιστική κοινή ἐντύπωσις < αρχαία ελληνική ἐντυπόω / ἐντυπῶ < ἔντυπος < ἐν + τύπος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική impression)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εντύπωση | εντυπώσεις |
| Γενική | εντύπωσης | εντυπώσεων |
| Αιτιατική | εντύπωση | εντυπώσεις |
| Κλητική | εντύπωση | εντυπώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →