εργάτης
•
- επάγγελμααυτός που προσφέρει την εργασία του σε κάποιον σε εργοδότη έναντι αμοιβής Βικιλεξικό
- ειδικότεραο εργαζόμενος που αμείβεται με το μεροκάματο Βικιλεξικό
- γενικότερααυτός που μοχθεί για να προσφέρει ένα έργο Βικιλεξικό
- εργάτης του πνεύματος
- ναυτικός όροςτο βαρούλκο, ή βίντσι Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αργάτης Βικιλεξικό
- μηχανολογίαο μικρός μηχανισμός έλξης με ανέμη που τοποθετείται μπροστά από οχήματα, τύπου τζιπ, ή σε οχήματα ειδικών εργασιών π.χ. πυροσβεστικών, οδικής βοήθειας, μετακομίσεων κ.λπ. Βικιλεξικό
- ειδικότερακοινό θηλυκό μυρμήγκι σε αντίθεση με τα κανονικά αρσενικά και θηλυκά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εργάτης < ελληνιστική κοινή ἐργάτης (αρχαία σημασία: γεωργός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εργάτης | εργάτες |
| Γενική | εργάτη | εργατών |
| Αιτιατική | εργάτη | εργάτες |
| Κλητική | εργάτη | εργάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →