ζηλεύω
•
- διακατέχομαι από παροδικά ή μόνιμα συναισθήματα ζήλιας, κτητικότητας απέναντι στον ερωτικό μου σύντροφο Βικιλεξικό
- Ο άντρας της τη ζηλεύει τόσο πολύ, που παύει να είναι κολακευτικό και γίνεται ενοχλητικό.
- ανταγωνίζομαι διαρκώς κάποιον και επιθυμώ να πετύχω ή να έχω ό,τι κι αυτός Βικιλεξικό
- Ζηλεύονται πολύ. Είναι πολύ συνηθισμένο τα αδέλφια να ζηλεύουν το ένα το άλλο.
- επιθυμώ, νιώθω την παρόρμηση να αποκτήσω κάτι που μου αρέσει πολύ Βικιλεξικό
- Είδα στη βιτρίνα ένα ωραίο ρούχο και το ζήλεψα.
Ετυμολογία
ζηλεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζηλεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζηλεύω | ζηλεύεις | ζηλεύει | ζηλεύουμε | ζηλεύετε | ζηλεύουν / ζηλεύουνε |
| Παρατατικός | ζήλευα | ζήλευες | ζήλευε | ζηλεύαμε | ζηλεύατε | ζήλευαν / ζηλεύαν / ζηλεύανε |
| Αόριστος | ζήλεψα | ζήλεψες | ζήλεψε | ζηλέψαμε | ζηλέψατε | ζήλεψαν / ζηλέψαν / ζηλέψανε |
| Μέλλοντας | θα ζηλέψω / θα ζηλεύω | θα ζηλέψεις / θα ζηλεύεις | θα ζηλέψει / θα ζηλεύει | θα ζηλέψουμε / θα ζηλεύουμε | θα ζηλέψετε / θα ζηλεύετε | θα ζηλέψουν / θα ζηλέψουνε / θα ζηλεύουν / θα ζηλεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζηλέψει | έχεις ζηλέψει | έχει ζηλέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζηλέψει | είχες ζηλέψει | είχε ζηλέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζηλέψει / να ζηλέψω / να ζηλεύω | να έχεις ζηλέψει / να ζηλέψεις / να ζηλεύεις | να έχει ζηλέψει / να ζηλέψει / να ζηλεύει | να ζηλέψουμε / να ζηλεύουμε | να ζηλέψετε / να ζηλεύετε | να ζηλέψουν / να ζηλέψουνε / να ζηλεύουν / να ζηλεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε ζηλεμένο / ζήλευε / ζήλεψε | — | — | ζηλέψτε / ζηλεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζηλεύτηκαζηλεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →