θεόρατος
•
- που έχει τεράστιες διαστάσεις Βικιλεξικό
- Να σου στορήσω τι έκανε ο καπετάνιος χρόνια πριν στον Όλυμπο; Ασλάνι ήταν, πρώτος μες στους άλλους τους παλικαράδες! Κάτι φουστανελάδες θεόρατοι, εκεί να δεις ζορμπαλίκι!» «Πάψε, αχμάκη!» είπε κοφτά ο καπετάνιος , «κρύβε λόγια, δεν είμαστε μοναχοί μας!» «Άσε με, καπετάνιο, τι θαρρείς, μυστικό είναι; Κοίτα γύρω σου, ζεβζέκηδες είναι οι πιο πολλοί, δε νιώθουν, άσε να πω» (Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδ. Πατάκης, 2008)
Ετυμολογία
θεόρατος < αρχαία ελληνική ἀθεώρητος < ἀ- + θεωρητός < θεάομαι / θεῶμαι (υπάρχει και η άποψη: < θεο- + ορατός < αρχαία ελληνική ὁρατός < ὁράω / ὁρῶ)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεόρατος | θεόρατη | θεόρατο |
| Γενική | θεόρατου | θεόρατης | θεόρατου |
| Αιτιατική | θεόρατο | θεόρατη | θεόρατο |
| Κλητική | θεόρατε | θεόρατη | θεόρατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | θεόρατοι | θεόρατες | θεόρατα |
| Γενική | θεόρατων | θεόρατων | θεόρατων |
| Αιτιατική | θεόρατους | θεόρατες | θεόρατα |
| Κλητική | θεόρατοι | θεόρατες | θεόρατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →