θύλακας
•
- μικρός σάκος Βικιλεξικό
- ανατομίακοιλότητα ως θήκη γύρω από διάφορα όργανα του σώματος Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςμέρος μέσα σε εχθρικό έδαφος που κατέχεται από τον αντίπαλο Βικιλεξικό
- βοτανικήείδος καρπού με πολλά σπέρματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θύλακας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή θῦλαξ από την αιτιατική ενικού «τὸν θύλακα» < αρχαία ελληνική θύλακος → δείτε και τη λέξη θύλακος :* όρος ανατομίας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sac :* στρατιωτικός όρος < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική poche :* όρος βοτανικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sac, ή embryonnaire
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | θύλακας | θύλακες |
| Γενική | θύλακα | θυλάκων |
| Αιτιατική | θύλακα | θύλακες |
| Κλητική | θύλακα | θύλακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →