ιεραποστολή
•
- σύνολο κληρικών κ.ά. που μεταβαίνουν σε άλλη χώρα, για να κηρύξουν τη θρησκεία τους και να τη μεταδώσουν στους γηγενείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιεραποστολή < ιερός + αποστολή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική mission)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιεραποστολή | ιεραποστολές |
| Γενική | ιεραποστολής | ιεραποστολών |
| Αιτιατική | ιεραποστολή | ιεραποστολές |
| Κλητική | ιεραποστολή | ιεραποστολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →