Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλός

/kaˈlos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο αγαπημένος, ο ερωμένος Βικιλεξικό
    • Πού είναι ο καλός μου;

Ετυμολογία

καλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καλός (όμορφος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαλή / καλός / καλόκαλές / καλοί / καλά
Γενικήκαλής / καλού / καλούκαλών / καλών / καλών
Αιτιατικήκαλή / καλό / καλόκαλές / καλούς / καλά
Κλητικήκαλή / καλέ / καλόκαλές / καλοί / καλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κάλος

/ˈka.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σημείο του δέρματος αρκετά σκληρό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάλος < (άμεσο δάνειο) ιταλική callo + -ς < λατινική callum

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάλοςκάλοι
Γενικήκάλουκάλων
Αιτιατικήκάλοκάλους
Κλητικήκάλεκάλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καλός

/kaˈlos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο θετικά, αγαθά, φιλικά διακείμενος προς τους άλλους, όχι μόνον θεωρητικά, αλλά και συναισθηματικά και πρακτικά, που βοηθά τους άλλους ανθρώπους, που συγχωρεί εύκολα και επιδιώκει το καλύτερο για όλους Βικιλεξικό
    • Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος (τίτλος ταινίας του Σέρτζιο Λεόνε, του 1966)
  2. που υπερτερεί σε κάτι, είναι ανώτερος από άλλους ομοίους του, ξεχωρίζει θετικά σε κάτι συγκεκριμένο, που είναι κατηρτισμένος, ασκεί ένα επάγγελμα αποτελεσματικά κ.ο.κ. Βικιλεξικό
    • είναι από καλή οικογένεια (ανώτερη, οικονομικά ή ηθικά)
    • καλός χριστιανός
    • Φόρεσα το καλό μου παλτό (όχι το παλιό ή το μέτριο)
    • Βάλε το ύφασμα από την καλή (όχι από την ανάποδη)
  3. ο όμορφος, που σχετίζεται με το κάλλος, την ωραιότητα ή την ωραιοποίηση Βικιλεξικό
    • Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πατάκης, 2023)
    • οι καλές τέχνες
  4. ο ικανοποιητικός, ο κατάλληλος για κάτι, που αξίζει τα λεφτά του, το χρόνο που του επενδύει κάποιος, που το συνιστά κάποιος θετικά Βικιλεξικό
    • Διάβασα ένα καλό βιβλίο, Είδα ένα καλό έργο στο σινεμά, Βρήκα ένα καλό ξενοδοχείο, Καλό αμάξι για ταξίδια, Είναι καλή εποχή για ψάρεμα
  5. ειρωνικόόταν κάποιος κάνει κάτι κακό ή όταν γενικά είναι κακός Βικιλεξικό
    • Είδες τι πήγε κι έκανε η καλή σου;
    • Καλέ μου άνθρωπε!
  6. προορισμένος να χρησιμοποιείται ή να φοριέται σε εξαιρετικές περιστάσεις Βικιλεξικό
    • Η Μαρία φόρεσε το καλό της φουστάνι, διάλεξε ένα καπέλο απ' αυτά που της είχαν απομείνει και ξεκίνησε γι' απέναντι. (Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, Οι συννυφάδες)

Ετυμολογία

καλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καλός (όμορφος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλόςκαλήκαλό
Γενικήκαλούκαλήςκαλού
Αιτιατικήκαλόκαλήκαλό
Κλητικήκαλέκαλήκαλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλοίκαλέςκαλά
Γενικήκαλώνκαλώνκαλών
Αιτιατικήκαλούςκαλέςκαλά
Κλητικήκαλοίκαλέςκαλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →