ζημιά
•
- καταστροφή ενός αντικειμένου, απώλεια από φθορά, βλάβη Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο κόστος από την παραπάνω καταστροφή, φθορά ή βλάβη Βικιλεξικό
- ειδικότερατο έλλειμμα που παρουσιάζεται σε μία οικονομική οντότητα όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα Βικιλεξικό
- χάσιμο αξίας χωρίς αντιστάθμισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζημιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζημιά με συνίζηση < αρχαία ελληνική ζημία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζημιά | ζημιές |
| Γενική | ζημιάς | ζημιών |
| Αιτιατική | ζημιά | ζημιές |
| Κλητική | ζημιά | ζημιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →