Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζημιά

/ziˈmɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καταστροφή ενός αντικειμένου, απώλεια από φθορά, βλάβη Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάτο κόστος από την παραπάνω καταστροφή, φθορά ή βλάβη Βικιλεξικό
  3. ειδικότερατο έλλειμμα που παρουσιάζεται σε μία οικονομική οντότητα όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα Βικιλεξικό
  4. χάσιμο αξίας χωρίς αντιστάθμισμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζημιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζημιά με συνίζηση < αρχαία ελληνική ζημία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζημιάζημιές
Γενικήζημιάςζημιών
Αιτιατικήζημιάζημιές
Κλητικήζημιάζημιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ζημία

/ziˈmi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοβλάβη Βικιλεξικό
  2. λόγιοζημιά, κυρίως οικονομικής φύσεως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζημία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζημία. Δείτε και ζημιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζημίαζημίες
Γενικήζημίαςζημιών
Αιτιατικήζημίαζημίες
Κλητικήζημίαζημίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →