Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κέφι

/ˈce.fi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η χαρούμενη και εύθυμη διάθεση Βικιλεξικό
    • Το «Καπρίς» ιδίως κάθε Σάββατον βράδυ ... πλημμυρίζει από τυρβάστριας και τυρβαστάς του στροβιλίσματος, του κεφιού, της κοζερί και της ελαφράς ζάλης από το ουίσκι, αραιωμένον από το απεσταγμένον ή το κουαντρό, αμιγές ή με «τριπλ σεκ», ζητούμενον αλλά μη υπάρχον πλέον, ή το πίπερμαν, με πυκνήν δόσιν «μενλόλ», ξεδιαλυμένην από του σιφόν την γευστικήν ξυνάδαν (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922, εκδ. Μεταίχμιο, 2022)
  2. η όρεξη, η καλή διάθεση για να κάνει κάποιος μια εργασία Βικιλεξικό
    • —Ζορμπά … Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι. —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω.... (Νίκος Καζαντζάκης (1946). Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά [μυθιστόρημα])

Ετυμολογία

κέφι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική كیف (keyf, κατάσταση, διάθεση) (τουρκική keyf) < αραβική كيف (kayf)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκέφικέφια
Γενικήκεφιούκεφιών
Αιτιατικήκέφικέφια
Κλητικήκέφικέφια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →