καθιστικός
•
- που δεν απαιτεί μετακίνηση ή ορθοστασία Βικιλεξικό
- καθιστική ζωή
Ετυμολογία
καθιστικός < (καθίζω) καθισ- + -τικός, (απόδοση) γαλλική sédantaire
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθιστικός | καθιστική | καθιστικό |
| Γενική | καθιστικού | καθιστικής | καθιστικού |
| Αιτιατική | καθιστικό | καθιστική | καθιστικό |
| Κλητική | καθιστικέ | καθιστική | καθιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθιστικοί | καθιστικές | καθιστικά |
| Γενική | καθιστικών | καθιστικών | καθιστικών |
| Αιτιατική | καθιστικούς | καθιστικές | καθιστικά |
| Κλητική | καθιστικοί | καθιστικές | καθιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →