Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθιστικός

/ka.θi.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν απαιτεί μετακίνηση ή ορθοστασία Βικιλεξικό
    • καθιστική ζωή

Ετυμολογία

καθιστικός < (καθίζω) καθισ- + -τικός, (απόδοση) γαλλική sédantaire

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθιστικόςκαθιστικήκαθιστικό
Γενικήκαθιστικούκαθιστικήςκαθιστικού
Αιτιατικήκαθιστικόκαθιστικήκαθιστικό
Κλητικήκαθιστικέκαθιστικήκαθιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθιστικοίκαθιστικέςκαθιστικά
Γενικήκαθιστικώνκαθιστικώνκαθιστικών
Αιτιατικήκαθιστικούςκαθιστικέςκαθιστικά
Κλητικήκαθιστικοίκαθιστικέςκαθιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →