καρδαμώνω
•
- οικείογίνομαι πιο δυνατός από αδύναμος που ήμουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρδαμώνω < κάρδαμο + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καρδαμώνω | καρδαμώνεις | καρδαμώνει | καρδαμώνουμε | καρδαμώνετε | καρδαμώνουν / καρδαμώνουνε |
| Παρατατικός | καρδάμωνα | καρδάμωνες | καρδάμωνε | καρδαμώναμε | καρδαμώνατε | καρδάμωναν / καρδαμώναν / καρδαμώνανε |
| Αόριστος | καρδάμωσα | καρδάμωσες | καρδάμωσε | καρδαμώσαμε | καρδαμώσατε | καρδάμωσαν / καρδαμώσαν / καρδαμώσανε |
| Μέλλοντας | θα καρδαμώνω / θα καρδαμώσω | θα καρδαμώνεις / θα καρδαμώσεις | θα καρδαμώνει / θα καρδαμώσει | θα καρδαμώνουμε / θα καρδαμώσουμε | θα καρδαμώνετε / θα καρδαμώσετε | θα καρδαμώνουν / θα καρδαμώνουνε / θα καρδαμώσουν / θα καρδαμώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καρδαμώσει | έχεις καρδαμώσει | έχει καρδαμώσει | έχουμε καρδαμώσει | έχετε καρδαμώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καρδαμώσει | είχες καρδαμώσει | είχε καρδαμώσει | είχαμε καρδαμώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καρδαμώσει / να καρδαμώνω / να καρδαμώσω | να έχεις καρδαμώσει / να καρδαμώνεις / να καρδαμώσεις | να έχει καρδαμώσει / να καρδαμώνει / να καρδαμώσει | να έχουμε καρδαμώσει / να καρδαμώνουμε / να καρδαμώσουμε | να έχετε καρδαμώσει / να καρδαμώνετε / να καρδαμώσετε | να καρδαμώνουν / να καρδαμώνουνε / να καρδαμώσουν / να καρδαμώσουνε |
| Προστακτική | — | καρδάμωνε / καρδάμωσε | — | — | καρδαμώνετε / καρδαμώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →