καταβρέχω
•
- ρίχνω νερό κάπου με ειδική συσκευή (π.χ. καταβρεχτήρι) ή άλλο τρόπο, έτσι που να πέφτει σαν βροχή Βικιλεξικό
- βρέχω τελείως κάτι ή κάποιον, τον κάνω μούσκεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταβρέχω < αρχαία ελληνική καταβρέχω < κατά + βρέχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *Hreǵ- (ρέω, κυλώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταβρέχω | καταβρέχεις | καταβρέχει | καταβρέχουμε | καταβρέχετε | καταβρέχουν / καταβρέχουνε |
| Παρατατικός | κατέβρεχα | κατέβρεχες | κατέβρεχε | καταβρέχαμε | καταβρέχατε | κατέβρεχαν / καταβρέχαν / καταβρέχανε |
| Αόριστος | κατέβρεξα | κατέβρεξες | κατέβρεξε | καταβρέξαμε | καταβρέξατε | κατέβρεξαν / καταβρέξαν / καταβρέξανε |
| Μέλλοντας | θα καταβρέξω / θα καταβρέχω | θα καταβρέξεις / θα καταβρέχεις | θα καταβρέξει / θα καταβρέχει | θα καταβρέξουμε / θα καταβρέχουμε | θα καταβρέξετε / θα καταβρέχετε | θα καταβρέξουν / θα καταβρέξουνε / θα καταβρέχουν / θα καταβρέχουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταβρέξει | έχεις καταβρέξει | έχει καταβρέξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταβρέξει | είχες καταβρέξει | είχε καταβρέξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταβρέξει / να καταβρέξω / να καταβρέχω | να έχεις καταβρέξει / να καταβρέξεις / να καταβρέχεις | να έχει καταβρέξει / να καταβρέξει / να καταβρέχει | να καταβρέξουμε / να καταβρέχουμε | να καταβρέξετε / να καταβρέχετε | να καταβρέξουν / να καταβρέξουνε / να καταβρέχουν / να καταβρέχουνε |
| Προστακτική | — | έχε καταβρεγμένο / κατάβρεξε / κατάβρεχε | — | — | καταβρέξτε / καταβρέχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →