Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταλαμβάνω

/ka.ta.laɱˈva.no/ρήμα
•
  1. αποκτώ τον έλεγχο ενός χώρου που προηγουμένως δε μου ανήκε Βικιλεξικό
  2. εντοπίζω (ξαφνικά) κάποιον να κάνει κάτι (ενίοτε επιλήψιμο) Βικιλεξικό
  3. λαμβάνω κάποιο αξίωμα ή θέση Βικιλεξικό
    • απομακρύνθηκε (με τη μορφή «παραίτησης») ο διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας έκδοσης Μπάμπης Κούτρας και τη θέση του καταλαμβάνει το νέο πουλέν της κυρίας Αγγελοπούλου, ο μέχρι τούδε διευθυντής του κυριακάτικου φύλλου Λάμπρος Σμαΐλης (Χ. Γ. Παπουτσάκης, Αντί, τεύχη 886-891, 2007, σελ. 13)
  4. καλύπτω κάποια έκταση, τοπική ή χρονική Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάκυριεύω, πιάνω Βικιλεξικό
    • μ’ έχει καταλάβει μανία καταδιώξεως

Ετυμολογία

καταλαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταλαμβάνω < κατα- + λαμβάνω :* σημασίες «λαμβάνω αξίωμα, καλύπτω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική occuper :* σημασία «με κυριεύει συναίσθημα» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emparer)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαταλαμβάνωκαταλαμβάνειςκαταλαμβάνεικαταλαμβάνουμεκαταλαμβάνετεκαταλαμβάνουν / καταλαμβάνουνε
Παρατατικόςκαταλάμβανακαταλάμβανεςκαταλάμβανεκαταλαμβάναμεκαταλαμβάνατεκαταλάμβαναν / καταλαμβάναν / καταλαμβάνανε
Αόριστοςκατέλαβακατέλαβεςκατέλαβεκαταλάβαμεκαταλάβατεκατέλαβαν / καταλάβαν / καταλάβανε
Μέλλονταςθα καταλάβω / θα καταλαμβάνωθα καταλάβεις / θα καταλαμβάνειςθα καταλάβει / θα καταλαμβάνειθα καταλάβουμε / θα καταλαμβάνουμεθα καταλάβετε / θα καταλαμβάνετεθα καταλάβουν / θα καταλάβουνε / θα καταλαμβάνουν / θα καταλαμβάνουνε
Παρακείμενοςέχω καταλάβειέχεις καταλάβειέχει καταλάβειέχουμε καταλάβει——
Υπερσυντέλικοςείχα καταλάβειείχες καταλάβειείχε καταλάβει———
Υποτακτικήνα έχω καταλάβει / να καταλάβω / να καταλαμβάνωνα έχεις καταλάβει / να καταλάβεις / να καταλαμβάνειςνα έχει καταλάβει / να καταλάβει / να καταλαμβάνεινα έχουμε καταλάβει / να καταλάβουμε / να καταλαμβάνουμενα καταλάβετε / να καταλαμβάνετενα καταλάβουν / να καταλάβουνε / να καταλαμβάνουν / να καταλαμβάνουνε
Προστακτική—κατάλαβε / καταλάμβανε——καταλάβετε / καταλαμβάνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καταλήφθηκακαταλαμβάνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →