καταλαμβάνω
•
- αποκτώ τον έλεγχο ενός χώρου που προηγουμένως δε μου ανήκε Βικιλεξικό
- εντοπίζω (ξαφνικά) κάποιον να κάνει κάτι (ενίοτε επιλήψιμο) Βικιλεξικό
- λαμβάνω κάποιο αξίωμα ή θέση Βικιλεξικό
- απομακρύνθηκε (με τη μορφή «παραίτησης») ο διευθυντής σύνταξης της ημερήσιας έκδοσης Μπάμπης Κούτρας και τη θέση του καταλαμβάνει το νέο πουλέν της κυρίας Αγγελοπούλου, ο μέχρι τούδε διευθυντής του κυριακάτικου φύλλου Λάμπρος Σμαΐλης (Χ. Γ. Παπουτσάκης, Αντί, τεύχη 886-891, 2007, σελ. 13)
- καλύπτω κάποια έκταση, τοπική ή χρονική Βικιλεξικό
- μεταφορικάκυριεύω, πιάνω Βικιλεξικό
- μ’ έχει καταλάβει μανία καταδιώξεως
Ετυμολογία
καταλαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταλαμβάνω < κατα- + λαμβάνω :* σημασίες «λαμβάνω αξίωμα, καλύπτω» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική occuper :* σημασία «με κυριεύει συναίσθημα» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emparer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταλαμβάνω | καταλαμβάνεις | καταλαμβάνει | καταλαμβάνουμε | καταλαμβάνετε | καταλαμβάνουν / καταλαμβάνουνε |
| Παρατατικός | καταλάμβανα | καταλάμβανες | καταλάμβανε | καταλαμβάναμε | καταλαμβάνατε | καταλάμβαναν / καταλαμβάναν / καταλαμβάνανε |
| Αόριστος | κατέλαβα | κατέλαβες | κατέλαβε | καταλάβαμε | καταλάβατε | κατέλαβαν / καταλάβαν / καταλάβανε |
| Μέλλοντας | θα καταλάβω / θα καταλαμβάνω | θα καταλάβεις / θα καταλαμβάνεις | θα καταλάβει / θα καταλαμβάνει | θα καταλάβουμε / θα καταλαμβάνουμε | θα καταλάβετε / θα καταλαμβάνετε | θα καταλάβουν / θα καταλάβουνε / θα καταλαμβάνουν / θα καταλαμβάνουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταλάβει | έχεις καταλάβει | έχει καταλάβει | έχουμε καταλάβει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταλάβει | είχες καταλάβει | είχε καταλάβει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταλάβει / να καταλάβω / να καταλαμβάνω | να έχεις καταλάβει / να καταλάβεις / να καταλαμβάνεις | να έχει καταλάβει / να καταλάβει / να καταλαμβάνει | να έχουμε καταλάβει / να καταλάβουμε / να καταλαμβάνουμε | να καταλάβετε / να καταλαμβάνετε | να καταλάβουν / να καταλάβουνε / να καταλαμβάνουν / να καταλαμβάνουνε |
| Προστακτική | — | κατάλαβε / καταλάμβανε | — | — | καταλάβετε / καταλαμβάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταλήφθηκακαταλαμβάνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →