κατάργηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταργώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταργώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατάργηση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική καταργέω / καταργῶ < ἀργέω / ἀργῶ < ἀργός < ἀεργός < ἀ- + ἔργον < πρωτοελληνική *wérgon < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wérǵom < *werǵ-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατάργηση | καταργήσεις |
| Γενική | κατάργησης | καταργήσεων |
| Αιτιατική | κατάργηση | καταργήσεις |
| Κλητική | κατάργηση | καταργήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →