κατηγορικός
•
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε κάποια κατηγορία Βικιλεξικό
- κατηγορική ανισότητα (λόγω φύλου, φυλής, τάξεων ή οικονομικής κατάστασης, θρησκείας, εκπαίδευσης, πεποιθήσεων, κ.α.)
- ο κατηγοριάρης, αυτός που κατηγορεί τους άλλους, ο φιλοκατήγορος, ο φιλόψογος Βικιλεξικό
- ο κατηγορηματικός, ο απερίφραστος Βικιλεξικό
- κατηγορική προσταγή
Ετυμολογία
κατηγορικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγορικός | κατηγορική | κατηγορικό |
| Γενική | κατηγορικού | κατηγορικής | κατηγορικού |
| Αιτιατική | κατηγορικό | κατηγορική | κατηγορικό |
| Κλητική | κατηγορικέ | κατηγορική | κατηγορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατηγορικοί | κατηγορικές | κατηγορικά |
| Γενική | κατηγορικών | κατηγορικών | κατηγορικών |
| Αιτιατική | κατηγορικούς | κατηγορικές | κατηγορικά |
| Κλητική | κατηγορικοί | κατηγορικές | κατηγορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →