Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατηγορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε κάποια κατηγορία Βικιλεξικό
    • κατηγορική ανισότητα (λόγω φύλου, φυλής, τάξεων ή οικονομικής κατάστασης, θρησκείας, εκπαίδευσης, πεποιθήσεων, κ.α.)
  2. ο κατηγοριάρης, αυτός που κατηγορεί τους άλλους, ο φιλοκατήγορος, ο φιλόψογος Βικιλεξικό
  3. ο κατηγορηματικός, ο απερίφραστος Βικιλεξικό
    • κατηγορική προσταγή

Ετυμολογία

κατηγορικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατηγορικόςκατηγορικήκατηγορικό
Γενικήκατηγορικούκατηγορικήςκατηγορικού
Αιτιατικήκατηγορικόκατηγορικήκατηγορικό
Κλητικήκατηγορικέκατηγορικήκατηγορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατηγορικοίκατηγορικέςκατηγορικά
Γενικήκατηγορικώνκατηγορικώνκατηγορικών
Αιτιατικήκατηγορικούςκατηγορικέςκατηγορικά
Κλητικήκατηγορικοίκατηγορικέςκατηγορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →