κατηχώ
•
- μαθαίνω σε κάποιον που θέλει να γίνει χριστιανός τα σχετικά με τη χριστιανική πίστη, λατρευτική πρακτική και παράδοση Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημαθαίνω σε κάποιον τα σχετικά με μια θρησκεία, τον μυώ σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροσπαθώ να πειθαναγκάσω κάποιον να δεχτεί / ενστερνιστεί τις απόψεις ή ιδέες μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατηχώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατηχῶ, συνηρημένος τύπος του κατηχέω < κατά (κατ-) + ἠχέω] < ἦχος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατηχώ | κατηχείς | κατηχεί | κατηχούμε | κατηχείτε | κατηχούν / κατηχούνε |
| Παρατατικός | κατηχούσα | κατηχούσες | κατηχούσε | κατηχούσαμε | κατηχούσατε | κατηχούσαν / κατηχούσανε |
| Αόριστος | κατήχησα | κατήχησες | κατήχησε | κατηχήσαμε | κατηχήσατε | κατήχησαν / κατηχήσαν / κατηχήσανε |
| Μέλλοντας | θα κατηχήσω / θα κατηχώ | θα κατηχήσεις / θα κατηχείς | θα κατηχήσει / θα κατηχεί | θα κατηχήσουμε / θα κατηχούμε | θα κατηχήσετε / θα κατηχείτε | θα κατηχήσουν / θα κατηχήσουνε / θα κατηχούν / θα κατηχούνε |
| Παρακείμενος | έχω κατηχήσει | έχεις κατηχήσει | έχει κατηχήσει | έχουμε κατηχήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατηχήσει | είχες κατηχήσει | είχε κατηχήσει | είχαμε κατηχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατηχήσει / να κατηχήσω / να κατηχώ | να έχεις κατηχήσει / να κατηχήσεις / να κατηχείς | να έχει κατηχήσει / να κατηχήσει / να κατηχεί | να έχουμε κατηχήσει / να κατηχήσουμε / να κατηχούμε | να κατηχήσετε / να κατηχείτε | να κατηχήσουν / να κατηχήσουνε / να κατηχούν / να κατηχούνε |
| Προστακτική | — | κατήχησε | — | — | κατηχήστε / κατηχείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κατηχήθηκακατηχούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →