κερατάς
•
- ο απατημένος σύζυγος, χαρακτηρισμός που θεωρείται υβριστικός Βικιλεξικό
- οικείοκορόιδο που δεν βλέπει τι γίνεται γύρω του όπως, συνήθως, ο απατημένος σύζυγος Βικιλεξικό
- υβριστικόο κατεργάρης, ο πονηρός ή δόλιος άνθρωπος Βικιλεξικό
- -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
- 1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, (απόσπασμα), στίχ. 3 (1-4)
- οικείοζωηρό και έξυπνο παιδί (και κερατούκλικο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κερατάς < κέρατο + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κερατάς | κερατάδες |
| Γενική | κερατά | κερατάδων |
| Αιτιατική | κερατά | κερατάδες |
| Κλητική | κερατά | κερατάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →