Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κερατάς

/ce.ɾaˈtas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο απατημένος σύζυγος, χαρακτηρισμός που θεωρείται υβριστικός Βικιλεξικό
  2. οικείοκορόιδο που δεν βλέπει τι γίνεται γύρω του όπως, συνήθως, ο απατημένος σύζυγος Βικιλεξικό
  3. υβριστικόο κατεργάρης, ο πονηρός ή δόλιος άνθρωπος Βικιλεξικό
    • -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
    • 1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, (απόσπασμα), στίχ. 3 (1-4)
  4. οικείοζωηρό και έξυπνο παιδί (και κερατούκλικο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κερατάς < κέρατο + -άς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκερατάςκερατάδες
Γενικήκερατάκερατάδων
Αιτιατικήκερατάκερατάδες
Κλητικήκερατάκερατάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →