κερνάω
•
- προσφέρω σε επισκέπτη κάτι γλυκό ή κάποιο ποτό Βικιλεξικό
- γενικότεραπληρώνω το λογαριασμό ή τα έξοδα κάποιου ή κάποιων σαν δώρο Βικιλεξικό
- Ό,τι πάρετε το κερνάω εγώ, γιατί γιορτάζω σήμερα!
Ετυμολογία
κερνάω < κερν(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κερνῶ < αρχαία ελληνική κιρνῶ, συνηρημένος τύπος του κιρνάω < κίρνημι (ανακατεύω κρασί με νερό για να το προσφέρω), και οι δύο μορφές, ποιητικοί τύποι του κεράννυμι < προέλευσης από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κερνάω / κερνώ | κερνάς | κερνά / κερνάει | κερνάμε / κερνούμε | κερνάτε | κερνάν / κερνάνε / κερνούν / κερνούνε |
| Παρατατικός | κέρναγα / κερνούσα | κέρναγες / κερνούσες | κέρναγε / κερνούσε | κερνάγαμε / κερνούσαμε | κερνάγατε / κερνούσατε | κέρναγαν / κερνάγανε / κερνούσαν / κερνούσανε |
| Αόριστος | κέρασα | κέρασες | κέρασε | κεράσαμε | κεράσατε | — |
| Μέλλοντας | θα κεράσω / θα κερνάω / θα κερνώ | θα κεράσεις / θα κερνάς | θα κεράσει / θα κερνά / θα κερνάει | θα κεράσουμε / θα κερνάμε / θα κερνούμε | θα κεράσετε / θα κερνάτε | θα κερνάν / θα κερνάνε / θα κερνούν / θα κερνούνε |
| Υποτακτική | να κεράσω / να κερνάω / να κερνώ | να κεράσεις / να κερνάς | να κεράσει / να κερνά / να κερνάει | να κεράσουμε / να κερνάμε / να κερνούμε | να κεράσετε / να κερνάτε | να κερνάν / να κερνάνε / να κερνούν / να κερνούνε |
| Προστακτική | — | κέρασε / κέρνα / κέρναγε | — | — | κερνάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κεράστηκακερνιέμαικεράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →