κιβώτιο
•
- μεγάλο κουτί από σκληρό χαρτόνι, ξύλο ή άλλο υλικό, κυρίως για τη συσκευασία εμπορευμάτων Βικιλεξικό
- τεχνολογίακουτί όπου συνδέονται τα καλώδια ηλεκτρικής εγκατάστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιβώτιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κιβώτιον < υποκοριστικό του κιβωτός : (τεχνολογικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική boîte
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιβώτιο | κιβώτια |
| Γενική | κιβωτίου / κιβώτιου | κιβωτίων |
| Αιτιατική | κιβώτιο | κιβώτια |
| Κλητική | κιβώτιο | κιβώτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →