κλείω
•
- απαρχαιωμένοκλείνω Βικιλεξικό
- Τον πλένει από τες σκόνες κι απ' τα αίματα· κλείει τες φοβερές πληγές, μη αφίνοντας κανένα ίχνος να φανεί· […]
- απαντά σε σύνθετα ρήματα
Ετυμολογία
κλείω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλείω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →