Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κούρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η περιποίηση και φροντίδα αρρώστου στη διάρκεια της αναρρώσεως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κούρα < μεσαιωνική ελληνική κούρα < ιταλική cura < λατινική cura < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷeis- (προσέχω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκούρακούρες
Γενικήκούρας—
Αιτιατικήκούρακούρες
Κλητικήκούρακούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κουρά

/kuˈɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο κούρεμα (ιδίως των προβάτων) Βικιλεξικό
  2. χριστιανισμόςθρησκευτική τελετή στον Ορθόδοξο μοναχισμό, κατά την οποία κάποιος γίνεται, από δόκιμος, μοναχός κουρεύονται τα μαλλιά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κουρά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κουρά. Η σημασία «κουρά μοναχού», μεσαιωνική. Δεν σχετίζεται με το κούρα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκουράκουρές
Γενικήκουράςκουρών
Αιτιατικήκουράκουρές
Κλητικήκουράκουρές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →