κουφάλα
•
- κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου Βικιλεξικό
- μεταφορικάτρύπα σε δόντι Βικιλεξικό
- κακόσημομέτριος υβριστικός χαρακτηρισμός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκαταφερτζής, άτομο που βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από κακοτοπιές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κουφάλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κουφάλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κουφάλα | κουφάλες |
| Γενική | κουφάλας | κουφαλών |
| Αιτιατική | κουφάλα | κουφάλες |
| Κλητική | κουφάλα | κουφάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →