κρατύνω
•
- σπάνιοδυναμώνω, ενισχύω, εδραιώνω Βικιλεξικό
- Γυμνάζετε λοιπόν ἐαυτούς εἰς τήν εὐσέβειαν, ..., κρατύνετε ταύτην διὰ τῆς μελέτης τῆς ἁγίας γραφῆς, ἐπειδή ἐκ τῆς μελέτης τῶν θεοπνεύστων τούτων βιβλίων, ζωοποιεῖται καὶ κρατύνεται ἡ εὐσέβεια (Κ. Γ. Παπασλιώτης, Λόγος περί τῶν παρὰ τοῖς ἀρχαίοις Ἑλλησι παιδικῶν παιγνίων· ἐκθεσις περί τού Ἑλληνικού Ἐκπαιδευτηρίου κατά τό σχολικόν ἐτος 1853-4 ..., Αθήνα, 1854, σελ. 39 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9B%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1_%CF%84%CE%BF/BLNbAAAAcAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CF%8D%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B5&pg=PA39&printsec=frontcover)
- Από τη στιγμή κατά την οποία η ελληνοχριστιανική σύνθεση ολοκληρώθηκε, το χριστιανικό κίνημα εμφανίζεται ρωμαλέο, κρατύνεται και με την πάροδο των ετών κυριαρχεί όχι μόνο στις γύρω περιοχές του αρχικού τόπου εμφάνισής του, αλλά και σε άλλα μέρη μέσα στην αυτοκρατορία, μη εξαιρουμένης και αυτής της πρωτεύουσας.
- Εἰς τὴν θεραπείαν τῶν Μουσῶν, εἰς ἣν ἐξ ἁπαλῆς ἡλικίας ἀκράτητον ᾐσθάνετο κλίσιν, ἀφιερώθη συστηματικώτερον μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ δημοσίου ὑπηρεσίας ἀπομάκρυνσίν του καὶ ὑπὸ τοὺς κρότους τῶν πολεμικῶν παιάνων καὶ τὰς ἐνθουσιώδεις ἐξιστορήσεις τοῦ ἀναγεννωμένου ἔθνους, ἔγραψε τὰς πλείστας αὑτοῦ τραγῳδίας, ὧν ἠ ἀπὸ σκηνῆς διδασκαλία ἐπτέρου τὸ πατριωτικὸν φρόνημα καὶ ἐκράτυνε τὸν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπεκκαιόμενον ἔρωτα. (Ανώνυμος, Ετήσιον Ημερολόγιον του Έτους 1890, Ιωάννης Ζαμπέλιος)
Ετυμολογία
κρατύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρατύνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →