Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

λελογισμένος

/le.lo.ʝiˈzme.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που γίνεται με λογική σκέψη, λογικός, όχι υπέρμετρος Βικιλεξικό
    • Το υπουργείο υγείας καλεί σε λελογισμένη χρήση των αντιβιοτικών.
  2. χωρίς πολλά έξοδα, χωρίς υπερβολικές δαπάνες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

λελογισμένος: μετοχή παρακειμένου του ρήματος λογίζομαι, όπως στην ελληνιστική κοινή λελογισμένος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική modéré

Άλλοι τύποι

λελογισμέναλελογισμένελελογισμένεςλελογισμένηλελογισμένηςλελογισμένολελογισμένοιλελογισμένοςλελογισμένουλελογισμένουςλελογισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →