λελογισμένος
•
- που γίνεται με λογική σκέψη, λογικός, όχι υπέρμετρος Βικιλεξικό
- Το υπουργείο υγείας καλεί σε λελογισμένη χρήση των αντιβιοτικών.
- χωρίς πολλά έξοδα, χωρίς υπερβολικές δαπάνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
λελογισμένος: μετοχή παρακειμένου του ρήματος λογίζομαι, όπως στην ελληνιστική κοινή λελογισμένος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική modéré
Άλλοι τύποι
λελογισμέναλελογισμένελελογισμένεςλελογισμένηλελογισμένηςλελογισμένολελογισμένοιλελογισμένοςλελογισμένουλελογισμένουςλελογισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →