λώρος
•
- αρχαιοπρεπέςλωρίδα, ιμάντας Βικιλεξικό
- στην τοιχογραφία απεικονίζεται η μορφή ενός ώριμου άνδρα που φέρει αυτοκρατορικά ‘διάσημα' (πολυτελή λώρο πάνω από τον ανοιχτόχρωμο σάκκο, διάλιθο στέμμα) και κρατά σταυροφόρο σκήπτρο.
Ετυμολογία
λώρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λῶρος < λατινική lorum Συγκρίνετε με τα μεσαιωνικά λῶρον και λωρίον και το νεοελληνικό λουρί, λωρί και λωρίδα. :* Δείτε επίσης: ομφάλιος λώρος,
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | λώρος | λώροι |
| Γενική | λώρου | λώρων |
| Αιτιατική | λώρο | λώρους |
| Κλητική | λώρε | λώροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →