μάγεμα
•
- το να μαγεύεις κάποιον Βικιλεξικό
- αυτό που σε μαγεύει (πχ με την ομορφιά του) Βικιλεξικό
- Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη (Διον. Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)
Ετυμολογία
μάγεμα < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική μάγευμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάγεμα | μαγέματα |
| Γενική | μαγέματος | μαγεμάτων |
| Αιτιατική | μάγεμα | μαγέματα |
| Κλητική | μάγεμα | μαγέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →