μαγεία
•
- η επίκληση υπερφυσικών δυνάμεων (π.χ. με ξόρκια ή παρασκευή φίλτρων) προκειμένου να συμβεί κάτι που παραβιάζει τους φυσικούς νόμους Βικιλεξικό
- Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psychologynow.gr/istoria-psyxologias/viografies/melampous-argos-1400-p-x-enas-iatromantis-psyxotherapeftis/)
- μια συγκεκριμένη τέτοια ενέργεια, τα μάγια Βικιλεξικό
- μεταφορικάη γοητεία που ασκεί πάνω μας κάποιος ή κάτι λόγω της ομορφιάς του ή άλλων χαρισμάτων του Βικιλεξικό
- κάτι πάρα πολύ όμορφο, που μας μαγεύει Βικιλεξικό
- η θάλασσα χτες ήταν σκέτη μαγεία
Ετυμολογία
μαγεία < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μαγεία (αρχαία σημασία: θεολογία των Μάγων) < Μάγος < αρχαία περσική (πβ. αρχαία περσικά maγu-) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *meh₂gʰ- (ικανός, δυνατός, βοηθητικός, μάγος) : για κάτι πολύ όμορφο < λόγιο ενδογενές δάνειο: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική magie < ελληνιστική κοινή μαγεία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαγεία | μαγείες |
| Γενική | μαγείας | μαγειών |
| Αιτιατική | μαγεία | μαγείες |
| Κλητική | μαγεία | μαγείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →