Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγιά

/maˈʝa/ουσιαστικό
•
  1. ουσία που περιέχει μύκητες που προκαλούν ζύμωση Βικιλεξικό
    • η μαγιά της μπίρας
  2. μεταφορικάο αρχικός πυρήνας που θα δώσει στο μέλλον μια καινούρια εξέλιξη Βικιλεξικό
    • αυτή η μικρή παρέα μουσικών ήταν η μαγιά για τη δημιουργία ενός νέου καλλιτεχνικού ρεύματος

Ετυμολογία

μαγιά < (άμεσο δάνειο) τουρκική maya < περσική مايه (māya)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγιά—
Γενικήμαγιάς—
Αιτιατικήμαγιά—
Κλητικήμαγιά—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μάγια

/ˈma.ʝa/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η μαγική ενέργεια που στρέφεται προς κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη μαγεία Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη μαγεία, η γοητεία, η ομορφιά, τα θέλγητρα Βικιλεξικό
  4. γλώσσα των Ινδιάνων Μάγια που ζουν στο Μεξικό (μάγια του Γιουκατάν) ή στη Γουατεμάλα (Κιτσέ) Βικιλεξικό
  5. χορόςφόρμα που φορούν οι χορευτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μάγια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάγια < αρχαία ελληνική μαγεία με μετακίνηση τόνου και αλλαγή γένους ή ουδέτερο του επιθέτου μάγιος < → δείτε τη λέξη μάγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμάγιαμάγια
Γενική—μάγια
Αιτιατική—μάγια
Κλητική—μάγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →