μαλάζω
•
- τρίβω απαλά ένα ένα μέλος που πονάει, του κάνω μασάζ, σαν να ζυμώνω απαλά χωρίς να σφίγγω τα δαχτυλα Βικιλεξικό
- μαλακώνω Βικιλεξικό
- Ύστερα πάσχισε με το γλυκό να μαλάξει το θυμό του Μιχάλαρου. (Κωστής Μπαστιάς Καβο-Μαλιάς [διήγημα])
- παρωχημένοπασπατεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλάζω < μαλάσσω στην καθαρεύουσα και στη μεσαιωνική <αρχαία ελληνική μαλάσσω και στην αττική (μαλάκττω)μαλάττω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →