Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ματιάζω

/maˈtça.zo/ρήμα
•
  1. ασκώ με μαγικό τρόπο κακή επίδραση πάνω σε κάποιον κοιτάζοντάς τον με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο Βικιλεξικό
    • Το γεγονός ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν ο Καταλανός αμυντικός πίνεται μονορούφι από τις χιλιάδες των fans του. Αυτές ίσως τον μάτιασαν και έτσι την προηγούμενη εβδομάδα ληστές εισέβαλαν στο σπίτι του στη Βαρκελώνη και το έκαναν καλοκαιρινό. (Η σέξι 11άδα του Μουντιάλ, Πρώτο Θέμα, 13/06/2018 https://www.protothema.gr/life-style/article/796075/i-sexi-11ada-tou-moudial/)

Ετυμολογία

ματιάζω < μάτ(ι) + -ιάζω

Άλλοι τύποι

μάτιαξαμάτιασαματιάζομαιματιάστηκαματιασμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →