μαχαίρι
•
- κουζινικάόργανο με χειρολαβή και μεταλλική λεπίδα κοφτερή στη μία από τις δύο ακμές της, που χρησιμοποιείται για κόψιμο Βικιλεξικό
- "Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο / ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι..." (Νίκος Καββαδίας)
- χειρουργικό εργαλείο, νυστέρι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη χειρουργική επέμβαση Βικιλεξικό
- τον πάνε για μαχαίρι
Ετυμολογία
μαχαίρι < αρχαία ελληνική μαχαίριον, υποκοριστικό του μάχαιρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαχαίρι | μαχαίρια |
| Γενική | μαχαιριού | μαχαιριών |
| Αιτιατική | μαχαίρι | μαχαίρια |
| Κλητική | μαχαίρι | μαχαίρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →