Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετασχηματίζω

/me.ta.sçi.maˈti.zo/ρήμα
•
  1. επιφέρω αλλαγές στο σχήμα ή τη δομή Βικιλεξικό
    • όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)

Ετυμολογία

μετασχηματίζω < αρχαία ελληνική μετασχηματίζω < μετά + σχηματίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετασχηματίζωμετασχηματίζειςμετασχηματίζειμετασχηματίζουμεμετασχηματίζετεμετασχηματίζουν / μετασχηματίζουνε
Παρατατικόςμετασχημάτιζαμετασχημάτιζεςμετασχημάτιζεμετασχηματίζαμεμετασχηματίζατεμετασχημάτιζαν / μετασχηματίζαν / μετασχηματίζανε
Αόριστοςμετασχημάτισαμετασχημάτισεςμετασχημάτισεμετασχηματίσαμεμετασχηματίσατεμετασχημάτισαν / μετασχηματίσαν / μετασχηματίσανε
Μέλλονταςθα μετασχηματίζω / θα μετασχηματίσωθα μετασχηματίζεις / θα μετασχηματίσειςθα μετασχηματίζει / θα μετασχηματίσειθα μετασχηματίζουμε / θα μετασχηματίσουμεθα μετασχηματίζετε / θα μετασχηματίσετεθα μετασχηματίζουν / θα μετασχηματίζουνε / θα μετασχηματίσουν / θα μετασχηματίσουνε
Παρακείμενοςέχω μετασχηματίσειέχεις μετασχηματίσειέχει μετασχηματίσειέχουμε μετασχηματίσειέχετε μετασχηματίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μετασχηματίσειείχες μετασχηματίσειείχε μετασχηματίσειείχαμε μετασχηματίσει——
Υποτακτικήνα έχω μετασχηματίσει / να μετασχηματίζω / να μετασχηματίσωνα έχεις μετασχηματίσει / να μετασχηματίζεις / να μετασχηματίσειςνα έχει μετασχηματίσει / να μετασχηματίζει / να μετασχηματίσεινα έχουμε μετασχηματίσει / να μετασχηματίζουμε / να μετασχηματίσουμενα έχετε μετασχηματίσει / να μετασχηματίζετε / να μετασχηματίσετενα μετασχηματίζουν / να μετασχηματίζουνε / να μετασχηματίσουν / να μετασχηματίσουνε
Προστακτική—μετασχημάτιζε / μετασχημάτισε——μετασχηματίζετε / μετασχηματίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →