Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετεμψυχώνομαι

ρήμα
•
  1. μεταβαίνει η ψυχή μου (μετά από τον θάνατο) σε άλλο σώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετεμψυχώνομαι < ελληνιστική κοινή μετεμψυχόομαι / μετεμψυχοῦμαι + -ώνομαι < μετ- + (εν-) εμ- + αρχαία ελληνική ψυχή

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετεμψυχώνομαιμετεμψυχώνεσαιμετεμψυχώνεταιμετεμψυχωνόμαστεμετεμψυχώνεστεμετεμψυχώνονται
Παρατατικόςμετεμψυχωνόμουν / μετεμψυχωνόμουναμετεμψυχωνόσουν / μετεμψυχωνόσουναμετεμψυχωνόταν / μετεμψυχωνότανεμετεμψυχωνόμασταν / μετεμψυχωνόμαστεμετεμψυχωνόσασταν / μετεμψυχωνόσαστεμετεμψυχωνόντουσαν / μετεμψυχώνονταν
Αόριστοςμετεμψυχώθηκαμετεμψυχώθηκεςμετεμψυχώθηκεμετεμψυχωθήκαμεμετεμψυχωθήκατεμετεμψυχωθήκαν / μετεμψυχωθήκανε / μετεμψυχώθηκαν
Μέλλονταςθα μετεμψυχωθώ / θα μετεμψυχώνομαιθα μετεμψυχωθείς / θα μετεμψυχώνεσαιθα μετεμψυχωθεί / θα μετεμψυχώνεταιθα μετεμψυχωθούμε / θα μετεμψυχωνόμαστεθα μετεμψυχωθείτε / θα μετεμψυχώνεστεθα μετεμψυχωθούν / θα μετεμψυχωθούνε / θα μετεμψυχώνονται
Παρακείμενοςέχω μετεμψυχωθείέχεις μετεμψυχωθείέχει μετεμψυχωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα μετεμψυχωθείείχες μετεμψυχωθείείχε μετεμψυχωθεί———
Υποτακτικήνα έχω μετεμψυχωθεί / να μετεμψυχωθώ / να μετεμψυχώνομαινα έχεις μετεμψυχωθεί / να μετεμψυχωθείς / να μετεμψυχώνεσαινα έχει μετεμψυχωθεί / να μετεμψυχωθεί / να μετεμψυχώνεταινα μετεμψυχωθούμε / να μετεμψυχωνόμαστενα μετεμψυχωθείτε / να μετεμψυχώνεστενα μετεμψυχωθούν / να μετεμψυχωθούνε / να μετεμψυχώνονται
Προστακτική—μετεμψυχώνου / μετεμψυχώσου——μετεμψυχωθείτε / μετεμψυχώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →