μετενσωματώνομαι
•
- μεταβαίνει η ψυχή μου (μετά από τον θάνατο) σε άλλο σώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετενσωματώνομαι < ελληνιστική κοινή μετενσωματόομαι / μετενσωματοῦμαι + -ώνομαι < μετ- + εν- + αρχαία ελληνική σῶμα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετενσωματώνομαι | μετενσωματώνεσαι | μετενσωματώνεται | μετενσωματωνόμαστε | μετενσωματώνεστε | μετενσωματώνονται |
| Παρατατικός | μετενσωματωνόμουν / μετενσωματωνόμουνα | μετενσωματωνόσουν / μετενσωματωνόσουνα | μετενσωματωνόταν / μετενσωματωνότανε | μετενσωματωνόμασταν / μετενσωματωνόμαστε | μετενσωματωνόσασταν / μετενσωματωνόσαστε | μετενσωματωνόντουσαν / μετενσωματώνονταν |
| Αόριστος | μετενσωματώθηκα | μετενσωματώθηκες | μετενσωματώθηκε | μετενσωματωθήκαμε | μετενσωματωθήκατε | μετενσωματωθήκαν / μετενσωματωθήκανε / μετενσωματώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα μετενσωματωθώ / θα μετενσωματώνομαι | θα μετενσωματωθείς / θα μετενσωματώνεσαι | θα μετενσωματωθεί / θα μετενσωματώνεται | θα μετενσωματωθούμε / θα μετενσωματωνόμαστε | θα μετενσωματωθείτε / θα μετενσωματώνεστε | θα μετενσωματωθούν / θα μετενσωματωθούνε / θα μετενσωματώνονται |
| Παρακείμενος | έχω μετενσωματωθεί | έχεις μετενσωματωθεί | έχει μετενσωματωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετενσωματωθεί | είχες μετενσωματωθεί | είχε μετενσωματωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετενσωματωθεί / να μετενσωματωθώ / να μετενσωματώνομαι | να έχεις μετενσωματωθεί / να μετενσωματωθείς / να μετενσωματώνεσαι | να έχει μετενσωματωθεί / να μετενσωματωθεί / να μετενσωματώνεται | να μετενσωματωθούμε / να μετενσωματωνόμαστε | να μετενσωματωθείτε / να μετενσωματώνεστε | να μετενσωματωθούν / να μετενσωματωθούνε / να μετενσωματώνονται |
| Προστακτική | — | μετενσωματώνου / μετενσωματώσου | — | — | μετενσωματωθείτε / μετενσωματώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →