Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετενσωματώνομαι

ρήμα
•
  1. μεταβαίνει η ψυχή μου (μετά από τον θάνατο) σε άλλο σώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετενσωματώνομαι < ελληνιστική κοινή μετενσωματόομαι / μετενσωματοῦμαι + -ώνομαι < μετ- + εν- + αρχαία ελληνική σῶμα

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετενσωματώνομαιμετενσωματώνεσαιμετενσωματώνεταιμετενσωματωνόμαστεμετενσωματώνεστεμετενσωματώνονται
Παρατατικόςμετενσωματωνόμουν / μετενσωματωνόμουναμετενσωματωνόσουν / μετενσωματωνόσουναμετενσωματωνόταν / μετενσωματωνότανεμετενσωματωνόμασταν / μετενσωματωνόμαστεμετενσωματωνόσασταν / μετενσωματωνόσαστεμετενσωματωνόντουσαν / μετενσωματώνονταν
Αόριστοςμετενσωματώθηκαμετενσωματώθηκεςμετενσωματώθηκεμετενσωματωθήκαμεμετενσωματωθήκατεμετενσωματωθήκαν / μετενσωματωθήκανε / μετενσωματώθηκαν
Μέλλονταςθα μετενσωματωθώ / θα μετενσωματώνομαιθα μετενσωματωθείς / θα μετενσωματώνεσαιθα μετενσωματωθεί / θα μετενσωματώνεταιθα μετενσωματωθούμε / θα μετενσωματωνόμαστεθα μετενσωματωθείτε / θα μετενσωματώνεστεθα μετενσωματωθούν / θα μετενσωματωθούνε / θα μετενσωματώνονται
Παρακείμενοςέχω μετενσωματωθείέχεις μετενσωματωθείέχει μετενσωματωθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα μετενσωματωθείείχες μετενσωματωθείείχε μετενσωματωθεί———
Υποτακτικήνα έχω μετενσωματωθεί / να μετενσωματωθώ / να μετενσωματώνομαινα έχεις μετενσωματωθεί / να μετενσωματωθείς / να μετενσωματώνεσαινα έχει μετενσωματωθεί / να μετενσωματωθεί / να μετενσωματώνεταινα μετενσωματωθούμε / να μετενσωματωνόμαστενα μετενσωματωθείτε / να μετενσωματώνεστενα μετενσωματωθούν / να μετενσωματωθούνε / να μετενσωματώνονται
Προστακτική—μετενσωματώνου / μετενσωματώσου——μετενσωματωθείτε / μετενσωματώνεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →