νύσσω
•
- τρυπώ ή κεντρίζω το δέρμα με κεντρί, βελόνα ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο Βικιλεξικό
- τραβώ ή κρούω ελαφρά τις χορδές μουσικού οργάνου, ώστε να παραχθεί ήχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νύσσω < αρχαία ελληνική νύσσω / νύττω < ίσως πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *new- (ωθώ, νεύω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →