Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ορχήστρα

/oɾˈçi.stɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μουσικήσύνολο από μουσικούς ή μουσικά όργανα που εκτελούν πολυφωνική μουσικά κομμάτια με συγκεκριμένη δομή ή αυτοσχέδια (ορχηστική μουσική) Βικιλεξικό
    • Ας πούμε εν τάχει ότι ο Πέτρος Σαπουντζής συνοψίζει ό,τι περισσότερο απεχθάνομαι στο ανθρώπινο είδος: τον τσαρλατανισμό, τον εξυπνακισμό, την ασπλαχνία, την τέχνη να θεωρείς ότι οι καλεσμένοι σου είναι ένα μάτσο σκατά, οι τηλεθεατές σου είναι ένα μάτσο σκατά κι εσύ ο σκατένιος μαέστρος της πιο σκατένιας ορχήστρας... (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
    • Συμφωνική Ορχήστρα, Φιλαρμονική Ορχήστρα, ορχήστρα τζαζ
  2. ο κυκλικός χώρος ενός αρχαίου θεάτρου, ανάμεσα στο κοίλο και στο προσκήνιο Βικιλεξικό
    • Οι ηθοποιοί βγήκαν στην ορχήστρα.
  3. ο χώρος για τους μουσικούς στα κλασικά και σύγχρονα θέατρα και όπερες Βικιλεξικό
    • Το θέατρο ήταν μικρό και χωρίς ορχήστρα.

Ετυμολογία

ορχήστρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀρχήστρα < αρχαία ελληνική ὀρχέομαι.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήορχήστραορχήστρες
Γενικήορχήστραςορχηστρών
Αιτιατικήορχήστραορχήστρες
Κλητικήορχήστραορχήστρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →