Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παιδαγωγώ

/pe.ða.ɣoˈɣo/ρήμα
•
  1. διαμορφώνω, διαπλάθω το χαρακτήρα και (ή) τη συμπεριφορά κάποιου με παιδευτικές μεθόδους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παιδαγωγώ < αρχαία ελληνική παιδαγωγέω / παιδαγωγῶ < παῖς + ἄγω (οδηγώ)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαιδαγωγώπαιδαγωγείςπαιδαγωγείπαιδαγωγούμεπαιδαγωγείτεπαιδαγωγούν / παιδαγωγούνε
Παρατατικόςπαιδαγωγούσαπαιδαγωγούσεςπαιδαγωγούσεπαιδαγωγούσαμεπαιδαγωγούσατεπαιδαγωγούσαν / παιδαγωγούσανε
Αόριστοςπαιδαγώγησαπαιδαγώγησεςπαιδαγώγησεπαιδαγωγήσαμεπαιδαγωγήσατεπαιδαγωγήσαν / παιδαγωγήσανε / παιδαγώγησαν
Μέλλονταςθα παιδαγωγήσω / θα παιδαγωγώθα παιδαγωγήσεις / θα παιδαγωγείςθα παιδαγωγήσει / θα παιδαγωγείθα παιδαγωγήσουμε / θα παιδαγωγούμεθα παιδαγωγήσετε / θα παιδαγωγείτεθα παιδαγωγήσουν / θα παιδαγωγήσουνε / θα παιδαγωγούν / θα παιδαγωγούνε
Παρακείμενοςέχω παιδαγωγήσειέχεις παιδαγωγήσειέχει παιδαγωγήσειέχουμε παιδαγωγήσειέχετε παιδαγωγήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παιδαγωγήσειείχες παιδαγωγήσειείχε παιδαγωγήσειείχαμε παιδαγωγήσει——
Υποτακτικήνα έχω παιδαγωγήσει / να παιδαγωγήσω / να παιδαγωγώνα έχεις παιδαγωγήσει / να παιδαγωγήσεις / να παιδαγωγείςνα έχει παιδαγωγήσει / να παιδαγωγήσει / να παιδαγωγείνα έχουμε παιδαγωγήσει / να παιδαγωγήσουμε / να παιδαγωγούμενα έχετε παιδαγωγήσει / να παιδαγωγήσετε / να παιδαγωγείτενα παιδαγωγήσουν / να παιδαγωγήσουνε / να παιδαγωγούν / να παιδαγωγούνε
Προστακτική—παιδαγώγησε——παιδαγωγήστε / παιδαγωγείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

παιδαγωγούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →