παρουσιάζω
•
- δείχνω, φανερώνω κάτι Βικιλεξικό
- ο υπουργός παρουσίασε στο κοινοβούλιο το νέο νομοσχέδιο
- κάνω φανερή την παρουσία κάποιου πράγματος ή ιδιότητας Βικιλεξικό
- το χρηματιστήριο παρουσίασε άνοδο
- προβάλλω κάποια ιδιότητα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα Βικιλεξικό
- πολύ εύκολα μας τα παρουσιάζεις τα πράγματα
- συστήνω κάποιον Βικιλεξικό
- ο νέος παρουσίασε στους συγγενείς τη μέλλουσα γυναίκα του
- ανεβάζω παράσταση Βικιλεξικό
- τηλεόραση -ραδιόφωνοείμαι ο παρουσιαστής, ο εκφωνητής ή ο συντονιστής μιας εκπομπής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρουσιάζω < ελληνιστική κοινή παρουσιάζω < αρχαία ελληνική παρουσία < πάρειμι < παρά + εἰμί ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική présenter)
Άλλοι τύποι
παρουσιάζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →