Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περίπλοκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι σύνθετος κι όχι απλός Βικιλεξικό
    • Δεν ήξερε και δεν ήθελε να πουλάει τον εαυτό του. Όλοι έλεγαν πως είναι περίπλοκο ον, ψυχρός, μπλαζέ, απόμακρος, κίλερ επαγγελματίας, φραγκοφονιάς. Κι όμως, αποδείχτηκε πιο αισθαντικός και πιο μπεσαλής από όλους. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ σταρ, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
    • Ο ποιητικός λόγος δεν είναι υποχρεωτικό να είναι πολύ «ηδυσμένος» λόγος, περίπλοκος, εξεζητημένος και απομακρυσμένος πολύ από το φυσικό λόγο . Μπορεί να είναι και λόγος απλός (Περιοδικό Η Λέξη, τεύχη 23-25, σελ. 284)

Ετυμολογία

περίπλοκος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική περιπλέκω < περί + πλέκω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίπλοκοςπερίπλοκηπερίπλοκο
Γενικήπερίπλοκουπερίπλοκηςπερίπλοκου
Αιτιατικήπερίπλοκοπερίπλοκηπερίπλοκο
Κλητικήπερίπλοκεπερίπλοκηπερίπλοκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπερίπλοκοιπερίπλοκεςπερίπλοκα
Γενικήπερίπλοκωνπερίπλοκωνπερίπλοκων
Αιτιατικήπερίπλοκουςπερίπλοκεςπερίπλοκα
Κλητικήπερίπλοκοιπερίπλοκεςπερίπλοκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →