περιορισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιορίζω Βικιλεξικό
- Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)
- μείωση, ελάττωση Βικιλεξικό
- οτιδήποτε μειώνει, ελαττώνει, περιορίζει Βικιλεξικό
- εξαναγκασμός για παραμονή σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα αποχώρησης Βικιλεξικό
- φυσικήτο γεγονός ότι τα κουάρκ δεν παρατηρούνται ποτέ απομονωμένα, εγκλωβισμός των κουάρκ Βικιλεξικό
- (βάσεις δεδομένων, σχεσιακές βάσεις δεδομένων, SQL) κανόνες, ιδιότητες, που υποστηρίζονται από το ΣΔΒΔ (DBMS) και δίδονται στη στήλη (column) ενός πίνακα (tables) Βικιλεξικό
- Το ΣΔΒΔ που διαχειρίζεται τη βάση υποστηρίζει τη χρήση κανόνων και περιορισμών, που εξασφαλίζουν την ακεραιότητα και την ασφάλεια των δεδομένων.
- υπώνυμα: διαδοχική διαγραφή ή εξαρτημένη διαγραφή, περιορισμός διαγραφής, περιορισμός ελέγχου, περιορισμός ενημέρωσης, περιορισμός πεδίου ορισμού
- Δείτε επίσης: ακεραιότητα δεδομένων
- βάσεις δεδομένωνεπιλογή ή οριζόντια επιλογή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιορισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιορισμός < περιορίζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική limitation). Μορφολογικά αναλύεται σε περι- + ορισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | περιορισμός | περιορισμοί |
| Γενική | περιορισμού | περιορισμών |
| Αιτιατική | περιορισμό | περιορισμούς |
| Κλητική | περιορισμέ | περιορισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →