Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιορισμός

/pe.ɾi.o.ɾiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του περιορίζω Βικιλεξικό
    • Στο Τμήμα Υδροοικονομίας υπάγονται οι αρμοδιότητες, που αφορούν κυρίως στην προστασία και τη διαχείριση υδάτων, όπως οι κατωτέρω: .. γ) Η έκδοση αποφάσεων του περιφερειάρχη για την επιβολή περιορισμών ή άλλων μέτρων για τη χρήση υδάτων και την εκτέλεση έργων αξιοποίησής τους. (Χρίστος Λαδιάς, Το σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2023, σελ. 71)
  2. μείωση, ελάττωση Βικιλεξικό
  3. οτιδήποτε μειώνει, ελαττώνει, περιορίζει Βικιλεξικό
  4. εξαναγκασμός για παραμονή σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα αποχώρησης Βικιλεξικό
  5. φυσικήτο γεγονός ότι τα κουάρκ δεν παρατηρούνται ποτέ απομονωμένα, εγκλωβισμός των κουάρκ Βικιλεξικό
  6. (βάσεις δεδομένων, σχεσιακές βάσεις δεδομένων, SQL) κανόνες, ιδιότητες, που υποστηρίζονται από το ΣΔΒΔ (DBMS) και δίδονται στη στήλη (column) ενός πίνακα (tables) Βικιλεξικό
    • Το ΣΔΒΔ που διαχειρίζεται τη βάση υποστηρίζει τη χρήση κανόνων και περιορισμών, που εξασφαλίζουν την ακεραιότητα και την ασφάλεια των δεδομένων.
    • υπώνυμα: διαδοχική διαγραφή ή εξαρτημένη διαγραφή, περιορισμός διαγραφής, περιορισμός ελέγχου, περιορισμός ενημέρωσης, περιορισμός πεδίου ορισμού
    • Δείτε επίσης: ακεραιότητα δεδομένων
  7. βάσεις δεδομένωνεπιλογή ή οριζόντια επιλογή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιορισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιορισμός < περιορίζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική limitation). Μορφολογικά αναλύεται σε περι- + ορισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπεριορισμόςπεριορισμοί
Γενικήπεριορισμούπεριορισμών
Αιτιατικήπεριορισμόπεριορισμούς
Κλητικήπεριορισμέπεριορισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →