περπατάω
•
- χρησιμοποιώ τα πόδια μου για να κινηθώ ούτε γρήγορα, ούτε αργά Βικιλεξικό
- Την ενοχλούσαν όλα. Οι μύγες που πετούσαν, τα μυρμήγκια που περπατούσαν και η άμμος που έμπαινε από τις χαραμάδες όταν φυσούσε το χαμσίνι, ο δυνατός άνεμος της ερήμου. (Ευγενία Φακίνου, Έρως, Θέρως, Πόλεμος, εκδ. Καστανιώτη, 2003)
- λαϊκότροποεξελίσσομαι, προχωράω καλά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περπατάω < περπατ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική περπατῶ < αρχαία ελληνική περιπατῶ < περι- + πατῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | περπατάω / περπατώ | περπατάς / περπατείς | περπατά / περπατάει / περπατεί | περπατάμε / περπατούμε | περπατάτε / περπατείτε | περπατάν / περπατάνε / περπατούν / περπατούνε |
| Παρατατικός | περπατούσα | περπατούσες | περπατούσε | περπατούσαμε | περπατούσατε | περπατούσαν |
| Αόριστος | περπάτησα | περπάτησες | περπάτησε | περπατήσαμε | περπατήσατε | περπάτησαν / περπατήσαν / περπατήσανε |
| Μέλλοντας | θα περπατάω / θα περπατήσω / θα περπατώ | θα περπατάς / θα περπατήσεις / θα περπατείς | θα περπατά / θα περπατάει / θα περπατήσει / θα περπατεί | θα περπατάμε / θα περπατήσουμε / θα περπατούμε | θα περπατάτε / θα περπατήσετε / θα περπατείτε | θα περπατάν / θα περπατάνε / θα περπατήσουν / θα περπατήσουνε / θα περπατούν / θα περπατούνε |
| Παρακείμενος | έχω περπατήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω περπατήσει / να περπατάω / να περπατήσω / να περπατώ | να περπατάς / να περπατήσεις / να περπατείς | να περπατά / να περπατάει / να περπατήσει / να περπατεί | να περπατάμε / να περπατήσουμε / να περπατούμε | να περπατάτε / να περπατήσετε / να περπατείτε | να περπατάν / να περπατάνε / να περπατήσουν / να περπατήσουνε / να περπατούν / να περπατούνε |
| Προστακτική | — | περπάτα / περπάταγε / περπάτησε | — | — | περπατάτε / περπατήστε / περπατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →