πιεσμένος
•
- που βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης Βικιλεξικό
- που έχει πιεστεί, που έχει υποστεί πίεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιεσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πιέζω
Άλλοι τύποι
πιεσμέναπιεσμένεπιεσμένεςπιεσμένηπιεσμένηςπιεσμένοπιεσμένοιπιεσμένοςπιεσμένουπιεσμένουςπιεσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →