συμπιεσμένος
•
- που βρίσκεται σε κατάσταση συμπίεσης Βικιλεξικό
- που έχει συμπιεστεί, που έχει υποστεί συμπίεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμπιεσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συμπιέζω
Άλλοι τύποι
συμπιεσμένασυμπιεσμένεσυμπιεσμένεςσυμπιεσμένησυμπιεσμένηςσυμπιεσμένοσυμπιεσμένοισυμπιεσμένοςσυμπιεσμένουσυμπιεσμένουςσυμπιεσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →