πικάρω
•
- κάνω κάποιον να ενοχληθεί ή να οργιστεί με τα λόγια ή τις πράξεις μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πικάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική piccare < picca < δημώδης λατινική *piccus < φραγκική *pikk / *pīk < πρωτογερμανική *pikjaz / *pīkaz
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πικάρω | πικάρεις | πικάρει | πικάρουμε | πικάρετε | πικάρουν / πικάρουνε |
| Παρατατικός | πίκαρα | πίκαρες | πίκαρε | πικάραμε | πικάρατε | πίκαραν / πικάραν / πικάρανε |
| Αόριστος | πικάρισα | πικάρισες | πικάρισε | πικαρίσαμε | πικαρίσατε | πικάρισαν / πικαρίσαν / πικαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα πικάρω / θα πικαρίσω | θα πικάρεις / θα πικαρίσεις | θα πικάρει / θα πικαρίσει | θα πικάρουμε / θα πικαρίσουμε | θα πικάρετε / θα πικαρίσετε | θα πικάρουν / θα πικάρουνε / θα πικαρίσουν / θα πικαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πικαρίσει | έχεις πικαρίσει | έχει πικαρίσει | έχουμε πικαρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πικαρίσει | είχες πικαρίσει | είχε πικαρίσει | είχαμε πικαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πικαρίσει / να πικάρω / να πικαρίσω | να έχεις πικαρίσει / να πικάρεις / να πικαρίσεις | να έχει πικαρίσει / να πικάρει / να πικαρίσει | να έχουμε πικαρίσει / να πικάρουμε / να πικαρίσουμε | να πικάρετε / να πικαρίσετε | να πικάρουν / να πικάρουνε / να πικαρίσουν / να πικαρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε πικαρισμένο / πίκαρε / πικάρισε | — | — | πικάρετε / πικαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →