πλάγιος
•
- ο μη ευθύς, αυτός που έχει κλίση προς έναν νοητό ή πραγματικό κάθετο άξονα ή πάντως σε σύγκριση με ένα άλλο επίπεδο ή ευθεία αναφοράς, ο κεκλιμένος, ο στραβός, ο λοξός Βικιλεξικό
- (τυπογραφία)
- συντακτικόη μη άμεση έκφραση, ο λόγος (πρόταση, ερώτηση) που δεν εκφέρεται στο πρώτο πρόσωπο αλλά μεταφέρεται από άλλον Βικιλεξικό
- πλάγιος λόγος (Ο Κώστας είπε να μην έρθεις), πλάγια ερώτηση (Ο Κώστας ρώτησε αν πρέπει να έρθεις ή όχι)
- γραμματικήοι πτώσεις της γενικής, δοτικής και αιτιατικής, σε αντιδιαστολή προς την κυρίως ορθή πτώση της ονομαστικής, επειδή σε αυτές το υποκείμενο δεν συνδέεται άμεσα με το ρήμα αλλά έμμεσα και πλαγίως, υποδηλώνοντας κάποια σχέση (του γένους, της αιτίας κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Ο τύπος σχηματίσηκε από τις πλάγιες πτώσεις.
- ο πλευρικός Βικιλεξικό
- άντε πλάγιο βηματισμό (δηλαδή προς τα αριστερά ή δεξιά)
- βυζαντινή μουσικήυποδιαίρεση «ήχων» της βυζαντινής μουσικής Βικιλεξικό
- σε ήχο πρώτο πλάγιο
- μουσικήείδος μουσικής πτώσης με την υποδεσπόζουσα (συγχορδία της τέταρτης βαθμίδας) να οδηγεί στην τονική Βικιλεξικό
- Ακολουθεί μια coda με πλάγια πτώση.
- αυτός που προέρχεται από το πλάι, από αριστερά ή δεξιά Βικιλεξικό
- πλάγιος άνεμος (ο αέρας στη μπάντα του πλοίου)
- μεταφορικάέμμεσος, διακριτικός ή υπαινικτικός και λιγότερο επιθετικός κάτω από τις περιστάσεις Βικιλεξικό
- Μην τον προσβάλεις, πες του το με πλάγιο τρόπο.
- Του έριξε βουβά ένα πλάγιο βλέμμα που έλεγε πολλά.
- μεταφορικάανήθικος, ύπουλος, παράνομος ή παράτυπο, αυτό που παρακάμπτει την ευθεία και συνήθη οδό Βικιλεξικό
- Μπορείς να τον καταφέρεις και με πλάγιο τρόπο.
- Μετήλθε πλάγια μέσα για να προσληφθεί.
- Πήρε προαγωγή δια της πλαγίας οδού.
- τρόπος συγγένειας Βικιλεξικό
- Οι πλάγιοι συγγενείς είναι οι εξ αγχιστείας, οι μη εξ αίματος.
Ετυμολογία
πλάγιος < Ετυμολογίες ανά σημασία. : Σημασία «που έχει κλίση» < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την αρχαία ελληνική πλάγιος. : Σημασία «που βρίσκεται στο πλάι, κατευθύνεται από το πλάι» < αρχαία ελληνική πλάγιος. : Μεταφορικές σημασίες «έμμεσος, υπαινικτικός, αθέμιτος, αντικανονικός, παράνομος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oblique. : Σημασία «τρόπος συγγένειας» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική collatéral.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάγιος | πλάγια / πλαγία | πλάγιο |
| Γενική | πλάγιου / πλαγίου | πλάγιας / πλαγίας | πλάγιου / πλαγίου |
| Αιτιατική | πλάγιο | πλάγια / πλαγία | πλάγιο |
| Κλητική | πλάγιε | πλάγια | πλάγιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάγιοι | πλάγιες | πλάγια |
| Γενική | πλάγιων / πλαγίων | πλάγιων / πλαγίων | πλάγιων / πλαγίων |
| Αιτιατική | πλάγιους / πλαγίους | πλάγιες | πλάγια |
| Κλητική | πλάγιοι | πλάγιες | πλάγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →